“Xαστούκι” για τις Κυπριακές αρχές η απόφαση Ανωτάτου για την 19χρονη

Σε μια απόφαση 81 σελίδων, η πλειοψηφία του Ανωτάτου, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση δείχνοντας παράλληλα μια σειρά από λάθη, παραλείψεις και κενά, ενώ στήνει στον τοίχο τον Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, M. Παπαθανασίου και αδειάζει τους χειρισμούς της Αστυνομίας και της Κατηγορούσας Αρχής, αμφισβητώντας από τη μία τη θεληματικότητα της κατάθεσης της 19χρονης και από την άλλη εντοπίζει παραβίαση των δικαιωμάτων της.

Στο επίκεντρο τα δικαιώματα της

Ήταν η θέση της υπεράσπισης πως η κατάθεση της 19χρονης, στην οποία ανέφερε πως δεν έπεσε θύμα βιασμού, λήφθηκε υπό πίεση των ανακριτών και πως στερήθηκε το δικαίωμα σε δικηγόρο, ενώ ουδέποτε παραιτήθηκε του δικαιώματος της αυτού.

Η πλευρά της Δημοκρατίας ανέφερε πως η 19χρονη είχε απεμπολήσει το δικαίωμα της για δικηγόρο, με την υπεράσπιση ωστόσο της νεαρής, να εκφράζει τη θέση πως ο λοχίας-ανακριτής, δεν την πληροφόρησε για το δικαίωμα της αυτό, αλλά αντίθετα όταν η ίδια ζήτησε δικηγόρο αυτός της το αρνήθηκε.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι η ώρα 00:30, ενώ την ανέκρινε πλέον ως ύποπτη για ψευδή καταγγελία για βιασμό, της παρέδωσε έγγραφο στην αγγλική γλώσσα με τα δικαιώματα κατηγορουμένου προσώπου, το οποίο αρνήθηκε να υπογράψει, αναφέροντας ότι ενημέρωσε με μήνυμα τη μητέρα της, η οποία είναι δικηγόρος.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την απόφαση του Ανωτάτου, κανένα από τα δύο παραρτήματα του εγγράφου που έπρεπε να συμπληρωθούν, δεν συμπληρώθηκαν και ούτε έφεραν την υπογραφή της, ενώ στο σημείο που συμπληρώνονται οι λόγοι της άρνησης του υπόπτου ή του συλληφθέντα να υπογράψει, αναγραφόταν η δήλωση του λοχία ότι «αρνήθηκε να υπογράψει αναφέροντας ότι ενημέρωσε με μήνυμα την μητέρα της, η οποία είναι δικηγόρος».

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «Το Παράτημα Α(1) αποτελούσε απλώς έγγραφο σε σχέση με το δικαίωμα της νομικής αρωγής και η καταγραφείσα απάντηση της εφεσείουσας ότι η μητέρα της είναι δικηγόρος φαίνεται να συνάδει με το ζητούμενο του Παραρτήματος αυτούς. Τούτο όμως δεν υποδηλώνει ότι αρνήθηκε το δικαίωμα της σε πρόσβαση σε δικηγόρο μετά  που έτυχε σχετικής πληροφόρησης».

Το Δικαστήριο τονίζει χαρακτηριστικά ότι, «ούτε φαίνεται ότι τέθηκε το Δικαστήριο (σ.σ. Πρωτόδικο) σε εγρήγορση εν όψει των ιδιαίτερων περιστάσεων, ότι δηλαδή είχε κληθεί το απόγευμα μια 19χρονη στα γραφεία του ΤΑΕ για συμπληρωματική κατάθεση ως παραπονούμενη, ότι έξι ώρες μετά ανακρίθηκε, μετά τα μεσάνυχτα, ως ύποπτη και ότι η ώρα 01:15 φέρεται να προβαίνει σε θεληματική κατάθεση, χωρίς την παρουσία δικηγόρου. Μάλιστα, ενώ η ώρα 00:30, κατά την θέση της Κατηγορούσας Αρχής, είχε αρνηθεί ακόμα και να υπογράψει τα δικαιώματά της και όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο λοχίας ΧΧΧΧ, “αυτή τα πήρε έτσι, ούτε τα άνοιξε και μου τα έριξε πίσω. ‘δεν υπογράφω τίποτε’ και μου τα έριξε προς το μέρος μου”, δηλαδή παρουσιάζεται εντελώς αρνητική, ακόμα και επιθετική, σε σαράντα λεπτά φέρεται να δηλώνει “I make a big mistake, I will tell you the truth what happened” και ακολουθεί η λήψη της κατάθεσης/ομολογίας».

Δεν διασφαλίστηκαν τα δικαιώματα της

Το Ανώτατο, υποδεικνύει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντί να προβληματιστεί, προέβη σε μια πολύ συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και σε ακόμα πιο συνοπτική αξιολόγηση της, αξιολογώντας, αντίθετα, εν εκτάσει και εξονυχιστικά τη μαρτυρία της 19χρονης. «Είναι χαρακτηριστικό ότι η αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας έγινε σε μια σελίδα της ενδιάμεσης απόφασης, ενώ για την αξιολόγηση της 19χρονης το πρωτόδικο Δικαστήριο επεκτάθηκε σε εννέα σελίδες και χρειάστηκαν άλλες πέντε σελίδες για την αξιολόγηση των μαρτύρων υπεράσπισης».

Επιπρόσθετα, το Ανώτατο τόνισε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολόγησε με απόλυτη προσέγγιση τα πράγματα, χωρίς να θέσει τη μαρτυρία υπό το πρίσμα των ιδιαιτέρων περιστάσεων της υπόθεσης και ειδικά, χωρίς να λάβει υπόψη ότι δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα για την παραίτηση από το δικαίωμα σε δικηγόρο.

«Το Δικαστήριο δεν απαιτείται να πειστεί για τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου. Με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στην κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια, εξετάζοντας τις συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη της κατάθεσης, να απορρίψει την ομολογία, έστω και αν φαίνεται θεληματική, αν κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να την αποδεχθεί. Αν διατηρεί αμφιβολίες, αυτό σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε».

Παράλληλα, τονίζεται στην απόφαση πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς τη θεληματικότητα μιας ομολογίας πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και με επίγνωση πάντοτε του γεγονότος ότι είναι η Κατηγορούσα Αρχή που έχει το βάρος να αποδείξει τη θεληματικότητα και όχι ο κατηγορούμενος, υποδεικνύοντας πως τυχόν αμφιβολία, ως προς τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης υπό ‘’ύποπτες περιστάσεις’’, καθιστά την ομολογία απαράδεκτη ως μαρτυρία.

Επιπρόσθετα, το Ανώτατο παρέπεμψε στην νομολογία του ΕΔΔΑ, όπου πρέπει να γίνονται εύλογες ενέργειες ώστε να διασφαλίζεται ότι το ύποπτο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, έχει πλήρη επίγνωση των δικαιωμάτων του και είναι η θέση να εκτιμήσει τις συνέπειες της παραίτησης του από αυτά.

«Είναι κατάληξη του Ανωτάτου, πως οι επιβαλλόμενες και επιτακτικές υποχρεώσεις ως ζήτημα διασφάλισης των δικαιωμάτων υπόπτου προσώπου, δεν τηρήθηκαν στην υπόθεση της 19χρονης, ούτε αξιολογήθηκαν, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση αυτή επαρκώς τα δεδομένα στα οποία έχουνε αναφέρει, ότι δηλαδή μια 19χρονη σε μια ξένη χώρα, η οποία κλήθηκε στην Αστυνομία ως παραπονούμενη για διευκρινίσεις, όπως ήταν η θέση της, σε σχέση με προηγούμενες της καταθέσεις, παρέμεινε στον Σταθμό για έξι ολόκληρες και τις πρωινές πλέον ώρες, η ώρα 01:15 μέχρι 01:29, φέρεται να προβαίνει σε θεληματική κατάθεση, παρά την προηγούμενη εντελώς αντίθετη της στάση. Η αμέσως προηγούμενη αντίθετη, κατάθεση της είχε αρχίσει η ώρα 19:15 και συμπληρώθηκε, με δύο διαλείμματα των 15 λεπτών έκαστο, η ώρα 23:00».

Και συνεχίζει το Ανώτατο λέγοντας πως, «το ζητούμενο, τονίζουμε καταληκτικά, ήταν το κατά πόσον η Κατηγορούσα Αρχή είχε αποδείξει υπό το σύνολο των περιστάσεων όπως τις έχουμε περιγράψει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη θεληματικότητα της κατάθεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε τα πιο πάνω ζητήματα με τον δέοντα τρόπο. Εάν το έπραττε θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι παρέμειναν τέτοια κενά και ασάφειες, ώστε να αποτελούσε εσφαλμένη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του να αποδεχθεί την ομολογία ως μαρτυρία.

Εν προκειμένω, όπως προβάλλεται με το λόγο έφεσης 5, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βεβαιώθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της ομολογίας ως όφειλε, ανεξαρτήτως του ευρήματος του ότι η προφορική μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αναξιόπιστη. Αντί τούτου, περιορίστηκε στην φραστική αναφορά ότι η ομολογία της «συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία» χωρίς να προσδιορίσει τα στοιχεία εκείνα της μαρτυρίας με τα οποία θεωρούσε ότι αυτή συνήδε».

Χαστούκι για τις παρεμβάσεις Δικαστή

Σε ό,τι αφορά τις αντίθετες μαρτυρίες ιατροδικαστών, ήταν η θέση της υπεράσπισης της 19χρονης πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεωρούσε πως ο ισχυρισμός για βιασμό δεν είχε σχέση με την δίκη της νεαρής που αφορούσε την κατηγορία της δημόσιας βλάβης, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν το κεντρικό θέμα της κατηγορίας που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η προσπάθεια υπεράσπισης.

Το Ανώτατο, έκρινε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επέμβει επανειλημμένα, είτε με δηλώσεις, είτε απαγορεύοντας ερωτήσεις, για να υποδείξει ότι δεν δικάζει υπόθεση βιασμού αλλά δημόσιας βλάβης και ότι ‘’δεν θα αποφάσιζε τίποτα για βιασμό’’ και ‘’δεν θα αποφάσιζε αν έγινε ή όχι βιασμός’’.

«Ασφαλώς επίδικο θέμα δεν ήταν ο βιασμός. Όμως η προσπάθεια της υπεράσπισης ήταν να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η καταγγελία της εφεσείουσας ήταν ψευδής και αφορούσε σε φανταστικό αδίκημα, τα οποία αποτελούν συστατικά στοιχεία του επιδίκου αδικήματος. Αυτή ήταν η γραμμή υπεράσπισης, όπως επεξηγήθηκε ευστόχως από τη συνήγορο υπεράσπισης σε μια από τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου ότι ΄΄δεν δικάζει δίκη βιασμού’’, κατά την αντεξέταση του ιατροδικαστή Σοφοκλέους».

Παράλληλα, το Ανώτατο έκανε λόγο για συχνές και έντονες αναφορές από πλευράς πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν δικάζει υπόθεση βιασμού, ένα στοιχείο που τείνει να καταδείξει, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πως δεν είχε κατά νου ότι αρκούσε για την υπεράσπιση να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς κατάθεσης και άρα ότι η προσπάθεια της υπεράσπισης ήταν να καταδείξει ότι ήταν πιθανή η διάπραξη βιασμού και όχι να μετατρέψει τη δίκη, σε δίκη με επίδικο θέμα το βιασμό.

«Οι αναφορές δε του Δικαστηρίου γίνονταν με τέτοιο έντονο τρόπο και με διακοπές ώστε να ισχυρίζεται τώρα η εφεσείουσα ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ότι έτυχε άδικης δικαστικής μεταχείρισης, ότι αντιμετώπισε εχθρότητα και αγένεια από  το Δικαστήριο και ότι η καταδίκη ήταν εν γένει άδικη και επισφαλής».

Επιπρόσθετα, το Ανώτατο χαρακτήρισε τις παρεμβάσεις του Δικαστηρίου ανεπίτρεπτες, εφόσον, αν και δεν εμποδίστηκε η υπεράσπιση να προσφέρει τη μαρτυρία της, έφεραν προσκόμματα και κατέστησαν πρακτικά αδύνατη την προσπάθεια της τουλάχιστον για πρόκληση εύλογης αμφιβολίας σε ότι αφορά το ψευδές της καταγγελίας της 19χρονης. «Υπό αυτή την έννοια η καταδίκη κρίνεται ως επισφαλής χωρίς να διασώζεται, υπό τις περιστάσεις, από το γεγονός ότι η εφεσείουσα κρίθηκε αναξιόπιστη», τόνισε το Ανώτατο.

Στο… περίπου η ώρα βιασμού

Σε ό,τι αφορά την μαρτυρία της 19χρονης, το Ανώτατο υπέδειξε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο περιορίστηκε στην αρνητική αξιολόγηση της, χωρίς να εξετάσει το κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στην ετυμηγορία με τον τρόπο που αναγνωρίζεται από τη νομολογία.

Το Ανώτατο παρέπεμψε στο βίντεο που κατατέθηκε, το οποίο όπως ισχυρίστηκε ο ανακριτής, ανέτρεψε τη μαρτυρία της 19χρονης. Σύμφωνα με την κατάθεση της, ο βιασμός έλαβε χώρα στις 00:30 τα μεσάνυχτα, ενώ το βίντεο παρουσιάζει τη νεαρή στις 02:56 να συνουσιάζεται με ένα από τους ισραηλινούς. Η Κατηγορούσα Αρχή, χαρακτήρισε το βίντεο ως «καταπελτικό» στοιχείο εναντίον της 19χρονης, το οποίο όπως είπε επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της ομολογίας της και διαψεύδει τα όσα κατήγγειλε.

Ωστόσο, το ίδιο βίντεο επικαλέστηκε και η υπεράσπιση, προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθώς ήταν η θέση της, πως καταγράφει κάποιους νεαρούς να μπαίνουν εντός δωματίου και να τους διώχνουν από το δωμάτιο, η 19χρονη με ένα ισραηλινό.

Όπως αναφέρει το Ανώτατο, η Αστυνομία εξέλαβε ως δεδομένο ότι ο βιασμός έγινε η ώρα 00:30, όπως θεώρησε ότι πρόκυπτε από τις καταθέσεις της 19χρονης, ωστόσο τόνισε πως η νεαρή δεν προσδιόριζε την ώρα βιασμού στην κατάθεση της.

«Η αναφορά στην ώρα 00:30, στην πρώτη κατάθεση της, δεν αναφέρεται στην ώρα βιασμού», ανέφερε το Ανώτατο, παραπέμποντας στην κατάθεση της, ενώ ειδική αναφορά γίνεται στην κατάθεση του λοχία ως προς τον τρόπο που διευκρίνισε την ώρα του βιασμού.

«Εντάξει, επειδή δεν είμαι εγώ που την έγραψα, δεν θυμάμαι ακριβώς τι γράφει, αλλά στην κατάθεση για εκείνο το βράδυ, μας δείχνει τις κινήσεις της η κοπέλα, μας λέει ότι πήγε κάτω στην Αγία Νάπα, βρέθηκα σε ένα σημείο με φίλους της, βρήκε τον ένα τον Ισραηλίτη ο οποίος ήταν αγκρισμένος μαζί της… ήνταμπου μας είπε, εν αθυμούμαι ακριβώς τι μας είπε και ότι πήγε για να μπει σε ένα συγκεκριμένο νυχτερινό κέντρο και εκεί της είπαν ότι εν κλειστό και θα ανοίξουν η ώρα 02:00… Η ώρα μια, τι ώρα ήταν τζιαί έφυε επήε περπατητή πίσω στο ξενοδοχείο της τζιαι τζιαμέ συναντήθηκε με τον Ισραηλίτη και πήγαν στο δωμάτιο και αμέσως επιτέθηκε της και μπήκαν και οι άλλοι και έκαμαν τον βιασμό. Με βάση αυτό, χρονικά τοποθέτησε τον εαυτό της στο δωμάτιο πριν τις 02:00 και όχι στις δώδεκα».

Και τονίζει το Ανώτατο:

«Ήταν με αυτό τον τρόπο, είπε, που διευκρινίστηκε η ώρα. Τον χρόνο τον έβγαλε η ίδια η εφεσείουσα. Είπε σχετικά ο μάρτυρας ‘’ Στα club στην Αγία Νάπα ανοίγουν η ώρα 01:30, άρα αν πήγε και της είπαν ‘’θα ανοίξουμε η ώρα 01:30’’, άρα πήγε πριν τις 01:30, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς μας το είπε’’.

Το Ανώτατο τονίζει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ώρα στο βίντεο, ωστόσο δεν έλαβε υπόψη ότι κατά τον ίδιο χρόνο οι άλλοι Ισραηλίτες δεν ήταν ευπρόσδεκτοι, ενώ γίνεται αναφορά πως εντοπίστηκε γενετικό υλικό τεσσάρων Ισραηλινών, με τον ανακριτή να αναφέρει ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πως οι ταυτοποιήσεις αφορούσαν τρεις ή τέσσερις από τους ύποπτους για βιασμό.

«Τα προηγούμενα πλάνα που καταδεικνύουν σεξουαλική ελευθεριότητα χωρίς μέτρο, η οποία αναμφίβολα για πολλούς δεν είναι αποδεκτή, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εύρημα και μάλιστα με την ισχύ της πραγματικής μαρτυρίας, ότι η καταγγελία της εφεσείουσας για βιασμό ή βιασμούς στο συγκεκριμένο χρόνο, ήταν ψευδής».

Δεν έλαβαν υπόψη τη μαρτυρία του γιατρού που κάλεσε την Αστυνομία

Επίσης, γίνεται αναφορά πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη μαρτυρία γιατρού που εξέτασε την 19χρονη, λέγοντας πως αντί αυτού, μείωσε την αξία της μαρτυρίας του, χωρίς να δώσει πειστική εξήγηση.

«Είναι σαφής η δήλωση του γιατρού για μια κοπέλα που έκλαιγε και βρισκόταν σε πανικό και σε τέτοια κατάσταση ώστε να αρνείτο να την πλησιάσει και να την εξετάσει. Περαιτέρω, από την ίδια μαρτυρία, προκύπτει ότι είναι οι φίλοι της 19χρονης που την μετέφεραν στον γιατρό και ο ίδιος είναι που κάλεσε την Αστυνομία. Συνεπώς, δεν είναι η εφεσείουσα που κατέφυγε καταγγελτικά από μόνη της στην Αστυνομία, αλλά η εμπλοκή της Αστυνομίας προέκυψε με πρωτοβουλία του γιατρού εν όψει της κατάστασης των ισχυρισμών της.

Αλλά το κυριότερο είναι ότι ο πρωτόδικος Δικαστής προσέγγισε το ζήτημα των εν λόγω καταθέσεων υπό ένα ευρύτερα εσφαλμένο πρίσμα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη για προσέγγιση μιας εξ ακοής μαρτυρίας με περισσή φειδώ σε μια ποινική δίκη ‘’εν όψει του καθήκοντος του Δικαστηρίου να διασφαλίσει δίκαιη δίκη’’. Όπως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του κατηγορουμένου το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς το Δικαστήριο επικαλέστηκε ένα θεμελιώδες δικαίωμα της υπεράσπισης εναντίον της, με τελικό αποτέλεσμα να μην αποδώσει καμία αξία σε καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του, με τον τρόπο μάλιστα που τέθηκαν, οι οποίες σκοπό είχαν να καταδείξουν την αναστάτωση της εφεσείουσας μετά τους κατ’ ισχυρισμός βιασμούς».

Πηγή; reporter.com.cy – Ντίνα Κλεάνθους

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.