Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου: Κάθε παιδί πρέπει να έχει την ευκαιρία να ζήσει

Η 15η Φεβρουαρίου έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου, με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Γονέων με Καρκινοπαθή Παιδιά (ICCCPO), για την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης σχετικά με τις παιδικές νεοπλασίες (καρκίνο).

Κάθε χρόνο, περίπου 250.000 παιδιά σε όλο τον κόσμο νοσούν από καρκίνο, από τα οποία μόνο ποσοστό 20% έχει δυνατότητα πρόσβασης σε σωστή ιατρική φροντίδα. Το 80% από αυτά προέρχεται από χώρες μέσου και χαμηλού εισοδήματος. Πάνω από 150.000 θάνατοι κάθε χρόνο θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εάν υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και εξειδικευμένης θεραπείας σε όλα τα παιδιά. Ποσοστό 70% – 80% από τα παιδιά που έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη θεραπεία γίνεται καλά με την πρόοδο της ιατρικής και λόγω της επάρκειας φαρμάκων και καταρτισμένου επιστημονικού προσωπικού. Κάθε μέρα εκτιμάται ότι περίπου 20 παιδιά πεθαίνουν από καρκίνο στην Ευρώπη.

Το “μοτίβο” των καρκίνων στην παιδική ηλικία διαφέρει σημαντικά από εκείνων σε ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Σε γενικές γραμμές, η λευχαιμία αποτελεί περίπου το ένα τρίτο όλων των καρκίνων της παιδικής ηλικίας. Οι άλλες πιο κοινές μορφές καρκίνου στα παιδιά είναι τα λεμφώματα και οι όγκοι του κεντρικού νευρικού συστήματος. Υπάρχουν διάφοροι τύποι όγκων που εκδηλώνονται σχεδόν αποκλειστικά σε παιδιά, όπως το νευροβλάστωμα, το νεφροβλάστωμα, το μυελοβλάστωμα και το ρετινοβλάστωμα. Οι καρκίνοι του μαστού, του πνεύμονα, του παχέος εντέρου ή του ορθού, τυπικά συμβαίνουν σε ενήλικες και είναι εξαιρετικά σπάνιοι σε παιδιά.

Οι περισσότεροι καρκίνοι της παιδικής ηλικίας αρχικά εκδηλώνονται με μη-ειδικά σημάδια και συμπτώματα, κάτι που οδηγεί σε καθυστερημένη ανίχνευσή τους. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, επειδή τα παιδιά συνήθως έχουν αυξημένη γονική και ιατρική φροντίδα, οι καρκίνοι έχουν πιο μεγάλη πιθανότητα να εντοπιστούν πιο νωρίς. Σε χώρες με χαμηλό εισόδημα κατά κεφαλήν (κατά μέσο όρο), ωστόσο, υπάρχουν πρόσθετα εμπόδια στην έγκαιρη ανίχνευση, συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης πρόσβασης των παιδιών σε υπηρεσίες υγείας και τις ανεπαρκείς ιατρικές εγκαταστάσεις.

Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί μόνο λίγοι παράγοντες κινδύνου για τους καρκίνους της παιδικής ηλικίας. Αυτοί περιλαμβάνουν την ιονίζουσα ακτινοβολία και την κατάποση της ορμόνης διαιθυλοστιλβεστρόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (πρόκειται για μια παλιά θεραπεία που δεν εφαρμόζεται πλέον). Πολλοί παιδικοί καρκίνοι συνδέονται επίσης με τη γενετική σύσταση του ατόμου, αφού έχει αποδειχτεί ότι ο καρκίνος σε μικρές ηλικίες εμφανίζεται με διαφορετική συχνότητα σε παιδιά διαφορετικής εθνοτικής προέλευσης. Επίσης, η γενετική προδιάθεση κάθε ατόμου (οικογενειακό ιστορικό καρκίνων) παίζει σημαντικό ρόλο. Έρευνες έχουν δείξει ότι ιοί, όπως ο Epstein-Barr, η Ηπατίτιδα-Β, ο έρπης και ο ιός του AIDS (HIV) μπορεί επίσης να συμβάλουν στην αύξηση του κινδύνου για μερικούς καρκίνους της παιδικής ηλικίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.