Oργή Αρέστη για τις διαρροές ονομάτων για την αρχή κατά της διαφθοράς. Κάνει λόγο για κομματικά συμφέροντα

Άστραψε και βρόντηξε ο πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, Γιώργος Αρέστη, αναφορικά με τη διαρροή ονομάτων από τη λίστα των δεκαπέντε προσώπων που παραδίδεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, από τους οποίους θα επιλέξει τους πέντε για να συστήσουν το πρώτο Συμβούλιο της Αρχής κατά της Διαφθοράς, εξαπολύοντας πυρά κατά των βουλευτών του ΑΚΕΛ και των Οικολόγων που άσκησαν έντονη κριτική και συνέδεσαν πρόσωπα με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα, αφήνοντας αιχμές πως ενδεχομένως να μην θέλουν να εφαρμοστεί ο Νόμος.

Σε σχέση με τα δύο ονόματα που είδαν το φως της δημοσιότητας, o κ. Αρέστη, με έντονο ύφος, υπέδειξε πως κάποιοι βουλευτές δεν σεβάστηκαν τον Νόμο, που οι ίδιοι ψήφισαν.

Όπως εξήγησε μιλώντας στην πρωινή εκπομπή του ΡΙΚ, δεν υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον, αφού κάποιοι εξέφρασαν τον προβληματισμό τους, αφού θα έπρεπε να αφήσουν τις δουλειές τους για έξι χρόνια, ενώ κάποιοι δεν ήθελαν να βρίσκεται το όνομα τους στον κατάλογο και στο τέλος να μην επιλεγούν.

«Για αυτό στραφήκαμε και προς συνταξιούχους και κάποιοι εξ αυτών δεν ήθελαν να διαταράξουν την ησυχία τους και είπαν όχι. Κάποιοι είπαν, όχι κύριε δεν θα βάλω το όνομα μου σε ένα κατάλογο, στο τέλος ενδεχομένως να μην επιλέγω και καταρρακωθεί  το κύρος μου. Δυστυχώς έχουν δικαιωθεί. Θα μου πείτε πώς θα ήταν γνωστό το όνομα τους; Δυστυχώς, δυστυχώς, δυστυχώς, και το λέω τρεις φορές το δυστυχώς, διέρρευσε ο κατάλογος. Κάποιος υποψήφιος το πληροφορήθηκε και αντέδρασε αλλά μένω ως εδώ. Δυστυχώς, κάποιοι βουλευτές, δεν σεβάστηκαν το νόμο που οι ίδιοι ψήφισαν».

Ερωτηθείς ο κ. Αρέστη εάν υπάρχουν αντιδράσεις και εάν κάποιοι εξέφρασαν την επιθυμία να αποσυρθούν από τη λίστα μετά τις διαρροές, ο κ. Αρέστη είπε πως δεν μπορεί να αποκαλύψει προτού δει τον Πρόεδρο, τονίζοντας μάλιστα πως υπήρξε ευρύτερη διαρροή της λίστας και όχι μόνο στους βουλευτές που ήταν εντός της συνεδρίασης της Βουλής, αλλά και σε άλλα μέλη, με τον πρόεδρο του Γνωμοδοτικού να αναφέρει πως το Συμβούλιο γνωρίζει λεπτομέρειες.  

«Δεν είναι η πλειοψηφία των βουλευτών αλλά η μειοψηφία που μας έκανε έντονη κριτική για την ποιότητα των ανθρώπων που επιλέξαμε στον κατάλογο», ανέφερε ο κ. Αρέστη, προσθέτοντας πως «το θέτουν γενικότερα πως συνδέονται με επιχειρηματικά συμφέροντα. Μα όλα τα επιχειρηματικά συμφέροντα είναι ύποπτα; Δεν αποκλείει κάτι τέτοιο ο νόμος. Δεν μιλά πως κάποιος που εργαζόταν σε μια επιχείρηση αποκλείεται, δεν είναι όλοι ύποπτοι».

Παράλληλα, ο κ. Αρέστη τόνισε πως «αυτό που με ενόχλησε ιδιαίτερα είναι πως διέρρευσαν και λεπτομέρειες για το τι λέχθηκε εντός της αίθουσας αλλά το χειρότερα, δύο βουλευτές, εκπρόσωποι δύο κομμάτων, βγήκαν έξω από την αίθουσα, μπροστά από τις κάμερες, έκαναν δηλώσεις πολύ επικριτικές. Δεν θέλω να έρθω σε αντιπαράθεση. Αλλά θα πρέπει να τεθεί και το ερώτημα, μήπως ο ένας από τους δύο βουλευτές δεν θα ήθελε το νόμο να λειτουργήσει; Διότι δεν τον εξήγησε στη Βουλή;»

Ο κ. Αρέστη απάντησε και στις αναφορές για κομματικά συμφέροντα, αναφέροντας πως «σηκώνονται οι τρίχες της κεφαλής μου», ξεκαθαρίζοντας πως «δεν υπήρχαν παρεμβάσεις και ήμασταν πολύ προσεκτικοί ώστε να μην επιλέξουμε πρόσωπα που είχαν κομματική ανάμιξη. Δεν ξέρουμε σε πιο κόμμα ανήκει κανένας από τους δεκαπέντε. Δεν υπήρχε καμία παρέμβαση».

Ο πρόεδρος του Γνωμοδοτικού ανέφερε επίσης πως διογκώθηκαν οι δηλώσεις των δύο βουλευτών, ενώ η πλειοψηφία των βουλευτών στήριξε το έργο του Συμβουλίου. Όπως είπε, οι αποφάσεις ήταν ομόφωνες, τονίζοντας πως αυτό που ενδιέφερε το Συμβούλιο να μην υπήρχε κομματική ανάμιξη.

«Κάποιοι από τους βουλευτές δεν σεβάστηκαν το νόμο που οι ίδιοι ψήφισαν. Ότι η Συνεδρία της Βουλή μαζί με τα μέλη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, γίνεται κεκλεισμένων των θυρών και με απόλυτη εμπιστευτικότητα. Αυτό το θέμα, με την διαρροή, το είχαμε τονίσει πως είναι ύψιστης σημασίας για τον απαραίτητο σεβασμό για τα πρόσωπα που είτε τέθηκαν, είτε όχι στον κατάλογο αλλά και από σεβασμό στο έργο του ίδιου του προέδρου της Δημοκρατίας».

Ο κ. Αρέστη επανέλαβε πως μετά τη διαρροή υπήρξε αντίδραση από ορισμένους, για την οποία αναμένεται να ενημερώσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κάποιοι να εξέφρασαν την επιθυμία να αποσυρθούν από τον κατάλογο.

Ο βασικός λόγος που εκφράστηκαν σοβαρές ανησυχίες κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνεδρίας, ήταν το συμπέρασμα που κατέληξαν, κυρίως οι βουλευτές της αντιπολίτευσης, πως ανάμεσα στα πρόσωπα που προτείνονται, βρίσκονται και κάποια που άμεσα ή έμμεσα είχαν σχέση με το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα. Αν και μέχρι στιγμής αυτή η σχέση δεν αποκαλύφθηκε, αυτό που σημείωναν χθες κάποιοι κύκλοι, ουσιαστικά απαντώντας στους βουλευτές, είναι πως βρισκόμαστε στην Κύπρο, ο τόπος είναι μικρός και κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ήταν αδύνατο να αποφευχθεί.

Τόσο ο Άριστος Δαμιανού όσο και ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, έκαναν λόγο για διασύνδεση κάποιων προσώπων με οικονομικούς, επιχειρηματικούς, ακόμα και πολιτικούς κύκλους (σ.σ. για διασύνδεση με κόμματα μίλησε μόνο ο κ. Θεοπέμπτου). Πάντως κληθείς να σχολιάσει την κριτική που ασκήθηκε στις επιλογές του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ο πρόεδρος του, Γιώργος Αρέστη, υπέδειξε πως ένα από τα θέματα που πρόσεξε ιδιαίτερα, τόσο ο ίδιος όσο και τα μέλη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, ήταν να βεβαιωθούν πως τα πρόσωπα που ενέταξαν στον κατάλογο δεν είχαν ενεργό ανάμειξή στην κομματική ζωή.

Ο κύριος Αρέστη αποκάλυψε την ίδια ώρα ότι πέραν των πενήντα ατόμων βολιδοσκοπήθηκαν από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, διότι θεωρήθηκαν πως είναι άξιοι να βρίσκονται στην επιτροπή κατά της Διαφθοράς, ωστόσο αρνήθηκαν να αποστείλουν το βιογραφικό τους. Όπως εξήγησε ο κ. Αρέστη, το έργο της επιτροπής ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, τόσο λόγω του χρονικού περιορισμού των σαράντα ημέρων, εν μέσω εορτών του Πάσχα, όσο και λόγω της δυστοκίας αφενός να εντοπιστούν και αφετέρου να αποδεχθούν πρόσωπα που ικανοποιούσαν τις πρόνοιες της Νομοθεσίας.

Όπως εξήγησε, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο επιχείρησε με δύο τρόπος να εντοπίσει τους υποψηφίους. Ο πρώτος ήταν μέσα από την ανακοίνωση που εκδόθηκε μετά την πρώτη συνεδρία, όπου αφέθηκε να νοηθεί πως αρχίζει το έργο του το Συμβούλιο για την ετοιμασία του καταλόγου και κάποιοι έσπευσαν να στείλουν τα βιογραφικά τους. Ωστόσο, όπως σημείωσε ο κ. Αρέστη, επειδή έπρεπε να εξευρεθούν άτομα όπως τους περιγράφει ο Νόμος, δηλαδή εγνωσμένου κύρους και ανώτατου ηθικού επιπέδου, βολιδοσκοπήθηκαν και άλλα πρόσωπο, ωστόσο το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο συνάντηση την απροθυμία τους.

Η πρώτη κατηγορία όσων αρνήθηκαν να ενταχθούν στον κατάλογο, ήταν νεότεροι οι οποίοι εργάζονται και δεν θα ήθελαν να εγκαταλείψουν την καριέρα και την εργασία τους για να διοριστούν για μια περίοδο έξι χρόνων, μετά το τέλος της οποίας δεν θα ήξεραν τι να κάνουν. Η δεύτεροι κατηγορία, ήταν κάποιο συνταξιούχοι που το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο θεώρησε πως πληρούν τις πρόνοιες του Νόμου και που δεν θα χρειαζόταν να εγκαταλείψουν την εργασία τους, οι οποίοι ωστόσο δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την ησυχία και την ηρεμία τους. Η τρίτη κατηγορία όσων αρνήθηκαν, ήταν επίσης συνταξιούχοι που για λόγους γοήτρου, δεν επιθυμούσαν να εκτεθούν σε έναν κατάλογο δεκαπέντε ατόμων, από τον οποίο δεν θα επιλέγοντο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Σήμερα ολοκληρώνεται πλήρως ο σκοπός του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου με την παράδοση του καταλόγου των 15 ατόμων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, ο Γιώργος Αρέστη θα παραδώσει τον εν λόγω κατάλογο στον Νίκο Αναστασιάδη, ο οποίος έχει την εξουσία να επιλέξει εξ αυτών τους πέντε που θα αποτελούν το πρώτο συμβούλιο της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Επί της ουσίας, πρόκειται για δύο καταλόγους. Ο ένας περιλαμβάνει τρία ονόματα που προορίζονται για τη θέση του Επιτρόπου Διαφάνειας, και ο δεύτερος με 12 ονόματα, εκ των οποίων ο Νίκος Αναστασιάδης θα κληθεί να επιλέξει έναν νομομαθή εκ των τριών, έναν λογιστή-ελεγκτή, επίσης εκ των τριών και δύο εκ των έξι για τις υπόλοιπες θέσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.