H ιστόρία της “Δήμητρας” της Λέσβου στο ecosmsocy. Η συνάντηση, η διήγηση της ιστορίας του Δημήτρη και το άδοξο τέλος

Επιμέλεια: Γεώργιος Παύλου

Στο ecosmoscy, έγραψε για την συνάντηση που είχε με την “Δήμητρα” της Λέσβου, η Άντρη Περικλέους Ονουφρίου, δίνοντας τίτλο στο κείμενο της “Τα Μαργαριτάρια της Αγάπης”΄

Συγκεκριμένα η κ. Ονουφρίου, έγραψε:

Τα μαργαριτάρια της αγάπης

Είναι Ιούλιος του 2015. Βρίσκομαι στην μαγευτική Λέσβο, σε μια περιοδεία εξερεύνησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το νησί της Σαπφούς, του Μυριβήλη, του Ελύτη και του Θεόφιλου με είχε καθηλώσει με τις τεράστιες αντιθέσεις σε ό,τι αφορά το φυσικό περιβάλλον αλλά και με την απίστευτη ομορφιά των απλών και τόσο σοφών ανθρώπων της. Αφού είχαμε περιδιαβάσει εξονυχιστικά την Χίο είχε σειρά η Λέσβος. Επισκεφθήκαμε την Αγιάσο που την αποχαιρετήσαμε με μια γλύκα στο στόμα από τα υπέροχα γλυκά της και μια πίκρα στην ψυχή γιατί δεν είχαμε χρόνο ν΄ απολαύσουμε περισσότερο αυτό το χωριό με την ξεχωριστή αρχιτεκτονική. Σε λίγο το τζιπάκι μας ανέβαινε στον Μόλυβο. Εδώ η ψυχή ταξιδεύει και το σώμα αφήνεται να σεργιανίσει ανέμελα στα στενά γραφικά δρομάκια και να γεμίσει φως. Κάτω η θάλασσα, στο ύψωμα το Ενετικό κάστρο και στις παρυφές του βουνού τα μικρά σπιτάκια, τα μαγαζάκια που πουλούν κάθε λογής πραμάτια. Αυτό που σε εντυπωσιάζει όμως είναι ο ατελείωτος πεζόδρομος με θέα το κύμα. Ο μεγαλύτερος στον κόσμο, όπως λένε. Αργά το απόγευμα καταλήγουμε στην παραλία που λέγεται «Σκάλα Συκαμιάς». Αρχόντισσα στον θρόνο της σε εγκλωβίζει με την πρώτη ματιά. Δαντελωτή κι αραχνούφαντη με λαϊκές ταβέρνες που σερβίρουν φρέσκο ψάρι που βγάζουν τα ψαροκάικα εκείνη την ώρα, ψημένο με μαεστρία. Το στομάχι μας διαμαρτυρήθηκε έντονα στην μυρωδιά του ψαριού και καθίσαμε αμέσως. Απέναντι σου έκλεβε την ματιά τ’ ολόλευκο εκκλησάκι που κυριολεκτικά άραζε μέσα στο νερό. Μία πέτρινη σκάλα οδηγούσε τον προσκυνητή απευθείας στην είσοδο του, που κυριολεκτικά κολυμπούσε μέσα στ’ αλμυρό νερό. Είχαμε αποφάει, όταν σηκώθηκα αφήνοντας τους υπόλοιπους να πίνουν ούζο και να κουβεντιάζουν. Περπατώ κατά μήκος της παραλίας και απολαμβάνω τον ορίζοντα που δένει στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Κουβεντιάζω με τους ψαράδες που ετοιμάζονται να ξανοιχτούν στα βαθιά, τους εύχομαι καλή ψαριά και αποφασίζω να πάω προς το εκκλησάκι. Ξαφνικά βλέπω μία φιγούρα να κατεβαίνει θεαματικά από τα σκαλιά σαν μοντέλο του Ντιόρ. Ψηλή γεροδεμένη, με ένα κάτασπρο σιφόν, ψηλοτάκουνα παπούτσια το ίδιο λευκά με το φόρεμα. Μαλλιά γκρίζα, ήταν κάποιας ηλικίας, και κολιέ από μαργαριτάρια στον λαιμό. Στα δάκτυλα φορούσε δαχτυλίδια, όχι ιδιαίτερης αξίας, ως επίσης και βραχιόλια στους καρπούς. Κάτι παράξενο απάνω της μου προκάλεσε εντύπωση. Είχε ένα απίστευτο, αριστοκρατικό στυλ. Ήταν μια αέρινη οπτασία. Την κοιτάζω καθώς κατευθύνεται προς το μέρος μου. Χαμογελά και με πλησιάζει.

-Γεια σου, είμαι η Δήμητρα.

-Γεια σας είμαι η Άντρη

-Δεν είστε από τα μέρη μας. Από πού μας έρχεστε;

-Από την Κύπρο. Απαντώ με δισταγμό. Του είπα ότι είμαι εκπαιδευτικός, του μίλησα για το νησί μου, αφού μόνο ακουστά το είχε, και πιάσαμε ψιλοκουβέντα. Σε λίγο καθόμαστε στο διπλανό καφενεδάκι και τα λέμε σαν παλιοί φίλοι. Την κερνάω καφέ και πίνοντας αρχίζει να μου διηγείται την ιστορία της ζωής της. Είναι μία γυναικεία ψυχή εγκλωβισμένη μέσα σ’ ένα αντρικό σώμα. Είναι ένα πλάσμα που στο βλέμμα του διαβάζεις τον πόνο, την θλίψη και τον φόβο.

Έχει γνωρίσει την απόρριψη πρώτα από τον πατέρα του, ο οποίος τον κακοποιούσε κιόλας επειδή ήταν διαφορετικός. Αργότερα τον χλεύαζαν και τον κακοποιούσαν τ’ αδέρφια του, τα οποία απομακρύνθηκαν από την οικογένεια γιατί ντρέπονταν… Στο διάβα της ύπαρξης του μέσα στον χρόνο και μέσα στην κλειστή κοινωνία του νησιού, είχε περιθωριοποιηθεί, είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά, καταλήγοντας σε ψυχιατρικό ίδρυμα στην Αθήνα. Και όλ’ αυτά γιατί ήταν διαφορετικός, γιατί μια γυναικεία ψυχή ήταν έγκλειστη μέσα σ’ ένα αντρικό σώμα. Γιατί οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους τόσα ταμπού και προκαταλήψεις που χάνουν την αίσθηση της ανθρωπιάς, της κατανόησης, της αποδοχής, της αγάπης και της ενσυναίσθησης. Όταν βγήκε από την ψυχιατρική δομή ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μάνα του ήταν άρρωστη στο κρεβάτι. Έμεινε στο πλάι της και την φρόντιζε με αγάπη γιατί ήταν ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που είχε αποδεχθεί την διαφορετικότητα του. Όταν έφυγε για το μεγάλο ταξίδι κι αυτή, έμεινε η Δήμητρα μονάχη στον κόσμο. Πάλι δεν τα παράτησε. Μάζεψε την αξιοπρέπειά της, έγλυψε τις πληγές της και χωρίς να ενοχλεί κανένα, έντυσε το σώμα της με την αληθινή του φύση. Φόραγε τα αραχνούφαντα φορέματα, φρόντιζε και περιποιόνταν το πρόσωπο της με προσοχή, φόραγε τα αγαπημένα της μαργαριτάρια κι έβγαινε σεργιάνι στην παραλία αναπνέοντας λεύτερα την φύση της. Ήταν ευτυχισμένη το ένιωθα.

-Είσαι υπέροχος άνθρωπος Δήμητρα. Χαίρομαι που βγήκες στο φως με δύναμη και πείσμα για ζωή. Σε θαυμάζω αλήθεια! Δεν είπε τίποτα. Ελευθέρωσε ένα δάκρυ και άνοιξε την αγκαλιά της. Μπήκα μέσα και ρούφηξα λίγη από την δύναμη της

. -Μπορώ να σου χαρίσω κάτι; Με ρώτησε

-Και το ρωτάς; Της λέω χαμογελώντας. Σκύβει το κεφάλι, βγάζει μία σειρά μαργαριτάρια από τον λαιμό και μου τη φοράει. Δάκρυσα, έκλαψα, την αγκάλιασα ξανά και την έσφιξα, δεν θυμάμαι κι εγώ για πόση ώρα. Σε λίγο την αποχαιρετούσα με τα μαργαριτάρια να δεσπόζουν στον λαιμό μου σαν μετάλλιο αγάπης. Υποσχεθήκαμε κι οι δυο ότι θα μιλάμε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι κι έγινε. Κάθε μέρα μέσα στο τρέξιμο και την παραζάλη, βάλσαμο ήταν το μήνυμα της Δήμητρας «καλημέρα κορίτσι μου. Θέλω να είσαι υπομονετική και να προσπερνάς αθόρυβα τις δυσκολίες» ή άλλοτε «Σ’ αγαπώ να προσέχεις» Κι έφτασε μια μέρα που δεν ήρθε μήνυμα από την Δήμητρα. Δεν ανησύχησα. «Θα ξεχάστηκε» είπα. ‘Όμως δεν ήρθε ούτε την επόμενη μέρα. Δεν ήρθε ποτέ ξανά μήνυμα από την Δήμητρα στο κινητό μου. Σίγησε, έσβησε το μέσεντζερ. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Κόντευα να τρελαθώ.

Ένα βράδυ χάζευα τις ειδήσεις στην τηλεόραση όταν είδα την φωτογραφία της στην οθόνη… Έσβησε αβοήθητη κοντά στην στο Παλαιό Φάληρο, μετά από κτύπημα που δέχθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο. Κάτι μου είχε αναφέρει ότι θα πήγαινε στην Αθήνα να μιλήσει με τον ψυχίατρο της. Ήταν βλέπεις διαφορετική, ήταν βλέπεις άνθρωπος ενός κατώτερου Θεού. Κανένας δεν ασχολήθηκε μαζί της. Το πρωί την εντόπισαν τα απορριμματοφόρα τυλιγμένη μέσα στ’ ολόλευκο, αραχνούφαντο πέπλο της. Κάποιος τους είπε ότι στους ώμους της είδε μικρά φτερά, κάποιος τους είπε πώς ανέβαινε προς τα πάνω στην αγκαλιά ενός αγγέλου. Κάποιος μου είπε πως στέλνει ρανίδες αγάπης για ν’ ανεβαίνω ένα ένα τα σκαλοπάτια της αυτοπραγμάτωσης. Είμαι σίγουρη ότι ένας άγγελος ακολουθεί τα βήματά μου. Ναι είμαι σίγουρη τώρα πια.

Άντρη Περικλέους Ονουφρίου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *