Ποιος φοβάται την Αμερική; – Tης Άννας Κουκκίδη Προκοπίου

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του ο Bob Gates, πρώην Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, θέτει προς προβληματισμό το μεγάλο ερώτημα των ημερών – φοβάται ακόμη κανείς την Αμερική;

Κι όμως, μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου τη δεκαετία του ‘90, το κυρίαρχο αφήγημα ήταν ακαδημαϊκοί διθύραμβοι για ‘το τέλος της Ιστορίας’, τη νίκη του καπιταλισμού και των φιλελεύθερων αξιών κατά του κομμουνισμού και της απολυταρχίας. Μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, οι Αμερικανοί ήταν ‘the last man standing’. Η παγκόσμια κυριαρχία τους θεωρήθηκε από τους ίδιους σχεδόν ως ηγεμονία δια της προσκλήσεως από την υπόλοιπη ανθρωπότητα που αδημονούσε να μεταμορφωθεί κατ’ εικόνα κι ομοίωση τους. Τριάντα χρόνια αργότερα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η ισχυρότερη οικονομία παγκοσμίως, η κοιτίδα της τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας στον πλανήτη μας μέσω της κυριαρχίας των αμερικανικών εταιρειών κολοσσών πληροφορικής και κοινωνικής δικτύωσης, η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη, ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο. Έχει ο Gates, λοιπόν, λόγο να ανησυχεί; Κι αν ναι, πως ακριβώς κάτι τέτοιο επηρεάζει όλους εμάς;

? Πράξη πρώτη – Το 2012, ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα προειδοποιεί τον ηγέτη της Συρίας Μπασάρ Αλ-Άσαντ ότι η χρήση χημικών ενάντια στον άμαχο πληθυσμό της χώρας του αποτελεί ‘κόκκινη γραμμή’ για την Ουάσιγκτον, την οποία δεν πρέπει να ξεπεράσει εάν θέλει να παραμείνει στη θέση του. ‘Ένα χρόνο αργότερα, ο Άσαντ χρησιμοποιεί το χημικό αέριο σαρίν, σκοτώνοντας 1400 αμάχους σε προάστιο της Δαμασκού όπου δραστηριοποιούνται αντιφρονούντες ενάντια στο καθεστώς του. Οι Αμερικανοί απαντούν δια της απραξίας τους. Κατά καιρούς μάλιστα εγκαταλείπουν τους Κούρδους συμμάχους τους στη Συρία, οι οποίοι εξυπηρετούν τα αμερικανικά συμφέροντα ναι μεν αλλά αφήνονται έρμαιο στις ορέξεις του Άσαντ και του Ερντογάν όταν οι συγκυρίες δεν είναι με το μέρος τους. Νικητές του πολέμου το Ιράν και η Ρωσία, που καταφέρνουν να εδραιώσουν τον σύμμαχο τους Άσαντ ως εσαεί δικτάτορα της Συρίας, αποκτώντας σοβαρό έρεισμα στη Μεσόγειο, δίνοντας το μήνυμα ότι οι ίδιοι στηρίζουν τους εταίρους τους μέχρι τέλους, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας στραφεί εναντίον τους.

? Πράξη δεύτερη – Με την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ κι εφόσον οι γεωπολιτικές συνθήκες το επιτρέπουν, η Μόσχα αφήνεται να περιβληθεί με ένα cordon sanitaire, μια ζώνη ασφαλείας, με μια σειρά από αποσχιστικές οντότητες που μονιμοποιούνται μέσα από τη διαιώνιση παγωμένων διενέξεων. Υπερδνειστερία στη Μολδαβία, Ναγκόρνο-Καραμπάχ μέχρι πρόσφατα στη δίνη μεταξύ Αζερμπαϊζάν και Αρμενίας, Νότια Οσσετία και Αμπχαζία στη Γεωργία. Η εισβολή και κατοχή της Κριμαίας και η δημιουργία παράνομων αποσχιστικών οντοτήτων στην Ανατολική Ουκρανία το 2014 αντιμετωπίστηκε σχεδόν με την ίδια προσέγγιση που αντιμετωπίστηκαν οι προηγούμενες Ρωσικές πολιτικές και στρατιωτικές παρεμβάσεις αλλού το 2006 και το 2008. Θεωρήθηκαν εν ολίγοις εσωτερικές υποθέσεις της Μόσχας, σε αυτό που το Κρεμλίνο προσδιόριζε γεωγραφικά ως ‘το Εγγύς Εξωτερικό’, δηλαδή τις χώρες οι οποίες ανήκαν στο παρελθόν στη Σοβιετική σφαίρα επιρροής και στις οποίες δικαιωματικά μπορούσε ακόμη και σήμερα να παρέμβει, αποκλείοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Καθόλου τυχαίο ότι υπό το πρίσμα αυτής της λογικής κι η Λευκορωσία αφέθηκε στο να μετατραπεί σε δορυφόρο του Πούτιν.

Γι’ αυτό κι η δεύτερη εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 δεν έπρεπε λογικά να μας δημιουργήσει οποιαδήποτε έκπληξη, παρότι μια ορθολογιστική ανάλυση θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αποτελούσε κακή επιλογή για τον Πούτιν, εξισορροπώντας τη στήριξη που ήδη υπήρχε προς το δυτικό προσανατολισμό του Κιέβου. Κι όμως ο Ρώσος ηγέτης είχε αποθρασυνθεί, πιστεύοντας ότι έπαιζε χωρίς αντίπαλο, μπροστά σε μια κατά τα άλλα διαιρεμένη κι αναποφάσιστη Ευρώπη και μια ακόμη πιο εσωτερικά διχασμένη Αμερική. Εξου και οι (λανθασμένοι) υπολογισμοί του για την αντίσταση που τελικά συνάντησε στο θέμα της Ουκρανίας.

Ελαφρυντικό για τον Πούτιν το ότι στην πολιτική είναι τα φαινόμενα που μετρούν ως δεδομένα, πολλές φορές περισσότερο κι από την ίδια την ουσία. Κι αυτά ήταν που συνυπολόγισε. Ας σημειωθεί ότι πέρα της γενικότερης αμερικανικής αστοχίας στη Συρία είχε προηγηθεί μια τεράστια στιγμή συμβολικής αδυναμίας των ΗΠΑ το καλοκαίρι μόλις πριν τη δεύτερη εισβολή στην Ουκρανία. Για μια ακόμη φορά, οι Αμερικανοί είχαν εγκαταλείψει κακήν κακώς τους συμμάχους τους στο Αφγανιστάν, αφήνοντας στο έλεος των Ταλιμπάν μια στρατιά από μακροχρόνιους συνεργάτες τους. Είναι αξιοπερίεργο ότι η Ουάσιγκτον πίστεψε ότι η διεφθαρμένη και ιδεολογικά παραδομένη κυβέρνηση της Καμπούλ θα αντιστεκόταν, πολεμώντας μια εκ των προτέρων χαμένη μάχη για χάρη της Δύσης. Παρά τους πακτωλούς των αμερικανικών χρημάτων που είχαν ξοδευτεί για να εξοπλιστεί και να ‘εκδημοκρατιστεί’ το Αφγανιστάν. Το καλοκαίρι του 2021, λίγους μήνες πριν τη δεύτερη εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο εξευτελισμός των Αμερικανών, η ευκολία με την οποία ξεφορτώθηκαν τους συμμάχους τους και η αναδίπλωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν πλέον κάτι έκδηλο. Εξελισσόταν σε παγκόσμια αναμετάδοση στους τηλεοπτικούς δέκτες ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Ο φόβος, η αποτροπή και η ασφάλεια

Σήμερα, ο Νετανιάχου αγνοεί εν μέρει την αμερικανική κυβέρνηση και συμπεριφέρεται κατά το δοκούν στη Γάζα, σε σχέση με τον πόλεμο που έχει κηρύξει ενάντια στη Χαμάς, παρά τις πρόσφατες, δημόσιες νουθεσίες του ίδιου του προέδρου Μπάιντεν. Οι Χούθι κρατούν όμηρο την Ερυθρά Θάλασσα και μαζί της το παγκόσμιο εμπόριο, βάζοντας ακόμη και σε κίνδυνο, στο πολύ κοντινό μέλλον, τις υποθαλάσσιες επικοινωνίες. Οι κάθε λογής ιρανικών συμφερόντων τρομοκρατικές οργανώσεις κτυπούν τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους σε συχνή βάση. Στην παγκόσμια σκακιέρα και κυρίως στον Ειρηνικό εξελίσσεται ένα νέο ‘Μεγάλο Παιχνίδι’ ισορροπιών μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον. Για τις ΗΠΑ, το πόσο σθεναρά θα υπερασπιστούν αυτή τη φορά την Ουκρανία, σταματώντας τις επιθετικές ορέξεις του Πούτιν, θα είναι ίσως συμβολικό κι ενδεικτικό του πόσο σθεναρά θα μπορέσουν να υπερασπιστούν στο μέλλον συμμάχους τους όπως η Ταϊβάν, η Ιαπωνία, η Αυστραλία, οι οποίοι περικυκλώνονται όλο και πιο ασφυκτικά από την Κίνα στον Ειρηνικό και βασίζουν τη μελλοντική αντίσταση τους σε αμερικανικά εχέγγυα.

Συνεπώς, το μεγάλο πρόβλημα με την απουσία του φόβου για τον παγκόσμιο ηγεμόνα είναι ότι κάτι τέτοιο ουσιαστικά εξισώνεται με την απουσία της αποτροπής και δη της ασφάλειας. Ο πειρασμός να αντιτάξει κανείς στο αμερικανικό δόγμα του ‘Leading from behind’ τα κατά Θουκυδίδη λόγια του Περικλή προς τις φωνές εσωστρέφειας στην Αθήνα, που καλούσαν τους πολίτες να αποποιηθούν την Αθηναϊκή αυτοκρατορία, είναι μεγάλος: «(Αθηναίοι) η αυτοκρατορία σας μπορεί να μοιάζει τώρα πια με τυραννία. Ίσως ήταν λάθος να την αποκτήσετε τότε, αλλά θα ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο να την εγκαταλείψετε τώρα.» Με τον ίδιο τρόπο, η επικινδυνότητα της εγκατάλειψης από τους Αμερικανούς των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την πρωτοκαθεδρία τους στο διεθνές σύστημα, είτε μας αρέσει είτε όχι, αφορούν όλους εμάς.

Άρα πρέπει να ανησυχούμε, παρότι τα κενά εξουσίας, επιρροής και ισχύος δεν παραμένουν ποτέ αδειανά. Όμως μέχρι να εμφανιστεί ο επόμενος ηγεμόνας, να δημιουργηθεί ένα νέο ισοζύγιο δυνάμεων, να έχουμε ένα νέο διάλειμμα περιφερειακής ίσως και παγκόσμιας ειρήνης μέσα στην κανονικότητα που είναι ο πόλεμος, θα κυριαρχήσουν η αβεβαιότητα, το ρίσκο και η ανασφάλεια. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι οι πλειονότητα των σημαντικών πολιτικών αναλυτών χαρακτηρίζουν το 2024 ως ένα πολύ πιθανό annus horribilis της ανθρωπότητας. Η παγκόσμια τάξη δεν φαίνεται να είναι πλέον παγκόσμια και σίγουρα δεν μοιάζει με τάξη. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι μια βαθύτατα διαιρεμένη κοινωνία, με απουσία συνοχής και σοβαρό έλλειμμα ηγεσίας, λειτουργεί ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας και παράγοντας υψηλού ρίσκου για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Θα ήταν καλό η Ουάσιγκτον να μπορούσε να πείσει όχι μόνο ότι το αντιλαμβάνεται αλλά και ότι την ενδιαφέρει.

Συμπέρασμα για την Κύπρο

Φτάνοντας στα δικά μας, σημαντική η επανεκκίνηση των προσπαθειών για επιστροφή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ της δικής μας πλευράς και της τουρκικής πλευράς. Σωστότατο να επιμένουμε για τη σημασία των ευρωπαϊκών αξιών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου ως γνώμονα για μια μελλοντική λύση. Οι διαχρονικές αποφάσεις και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών οφείλουν να αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία προς προάσπιση της επιβίωσης της και για να αποφύγει επιπρόσθετες δυσάρεστες εκπλήξεις από την απομάκρυνση από το συγκεκριμένο πλαίσιο και διαδικασία για επίλυση του Κυπριακού. Όμως οφείλουμε να τοποθετήσουμε εαυτόν και μέσα στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή μας. Να μετρήσουμε τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μας υπό το πρίσμα του σημερινού γίγνεσθαι. Γιατί ο ΟΗΕ, όπως είπε κάποτε ο Χόλμπρουκ, δεν είναι παρά το γήπεδο όπου παίζουν οι ομάδες. Κι οι ομάδες δεν είναι παρά τα κράτη.

Παρά τη δυστοκία που ήδη περιγράψαμε, τον κινούμενο βάλτο που αποτελεί σήμερα τις διεθνείς σχέσεις, δεν φαίνεται να υπάρχουν πολλές άλλες επιλογές ως προς το ποιο κράτος παίζει τον πιο σημαίνοντα ρόλο, όσο κι αν οι Αμερικανοί εμφανίζονται κάθε τόσο ως ένας απρόθυμος κατά πολλούς ηγεμόνας. Μέσα σε όλο αυτό το χαώδες σκηνικό, που εγκυμονεί κινδύνους ασφάλειας σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο, η Ευρώπη εξακολουθεί να συμπεριφέρεται ως ένας οικονομικός γίγαντας, με πήλινα όμως πόδια σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, παρότι ομολογουμένως έχει κάνει σημαντικά βήματα προς τα μπρος. Αν θα έπρεπε να στοιχηματίσουμε κάπου τα χρήματα μας για τη δημιουργία ενός αντισταθμίσματος σημαντικής εμβέλειας στην παγκόσμια αστάθεια που επικρατεί, σίγουρα οι Βρυξέλλες δεν θα ήταν το άμεσο φαβορί, παρότι θα ήταν ευχής έργο να είχαμε κάτι τέτοιο στο μέλλον.

Αυτό όμως που παραμένει θετικό στοιχείο σε μια οποιαδήποτε ανάλυση είναι φωνές όπως του νυν Διοικητή της CIA, Bill Burns, ο οποίος συνεχίζει να αποσαφηνίζει δημόσια και με ευκρίνεια τους στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ προς την κατεύθυνση της αποτροπής για το εγγύς μέλλον. Κι αυτό είναι κάτι θετικό, γιατί ίσως να μπορούμε να ευελπιστούμε στην επικράτηση μιας τέτοιας θεσμικής μνήμης ακόμη κι αν υπάρξει αλλαγή στην αμερικανική διακυβέρνηση.

Εξίσωση ασφάλειας το Κυπριακό πρόβλημα

Σε πρόσφατη γραπτή παρέμβαση του στο έγκυρο περιοδικό Foreign Affairs, o Burns, λοιπόν, θέτει προτεραιότητες. Μεταξύ άλλων καταλήγει ότι η ενίσχυση της Ουκρανίας πρέπει να συνεχιστεί για γεωπολιτικούς λόγους και λόγους αποτρεπτικής ισχύος. Εάν αφεθεί να νικήσει ο Πούτιν στην Ευρασία, η επόμενη που θα πέσει θα είναι πιθανόν η Ταϊβάν, αφού η Κίνα παρακολουθεί στενά τις αμερικανικές κινήσεις και μεταφράζει όλους τους συμβολισμούς με όρους ισχύος και αποτροπής. Κρατώ από τα λόγια του Burns όμως και το εξής: ‘Παρότι δεν είναι κάτι που επιθυμούμε είναι αυταπόδεικτο ότι κανένα ζήτημα που εκκρεμεί στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να λυθεί χωρίς παρέμβαση των ΗΠΑ.’ Η επαναπροσέγγιση του Αραβικού κόσμου με το Ισραήλ ακόμη κι εν απουσία συμφωνίας για το παλαιστινιακό, οι Συμφωνίες του Αβραάμ, η συμφωνία για την αναχαίτιση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η συμφωνία για την ΑΟΖ μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, δείχνουν ξεκάθαρα ποιος μπορεί, εάν κι εφόσον το θέλει, να ασκήσει πιέσεις προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την επίτευξη σημαντικών διαπραγματευτικών στόχων, ακόμη κι αυτών που στο παρελθόν φαίνονταν αδιανόητο να ολοκληρωθούν.

Συνεπώς, πρέπει να κινούμαστε έχοντας τούτο υπόψη. Το Κυπριακό αποτελεί μια μακροχρόνια ανοικτή πληγή για την εξίσωση ασφάλειας στην περιοχή μας, προσδιορίζοντας τα κατεχόμενα από την Τουρκία κυπριακά εδάφη ως ένα ανεξέλεγκτο και άνομο παράγοντα, ο οποίος δεν μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με περαιτέρω εμβάθυνση των γεωστρατηγικών σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Λευκωσίας. Τα κατεχόμενα αποτελούν πρόσφορο έδαφος για παράνομες δραστηριότητες, ξέπλυμα χρήματος, λαθρεμπόριο αλλά πάνω από όλα πιθανόν γήπεδο τρομοκρατίας. Κυρίως από και για τους εχθρούς των Αμερικανών. Αυτό αποτελεί ένα καλό κίνητρο για ακόμη περισσότερη εμπλοκή και ενεργή αναβίωση του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για το κυπριακό. Όχι παρά του ότι σύντομα θα διεξαχθούν προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ αλλά ακριβώς γιατί θα διεξαχθούν. Ειδικό ενδιαφέρον με ειδικό απεσταλμένο σε μια ειδική αποστολή πιθανόν να βοηθούσε πρακτικά και επί του πεδίου και την Ουάσιγκτον και τη Λευκωσία. Κι εκεί πρέπει να ποντάρουμε. Δεν υπάρχουν πολλές άλλες επιλογές.

*Τέως Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *