Τι προνοεί το καταστατικό για τους μοναχούς του Αββακούμ – Υπό προϋποθέσεις το οπτικό υλικό

Μπορεί μεν η Εκκλησία να μην ακολουθεί κατά γράμμα τη νομική διαδικασία που εφαρμόζει η πολιτεία στην εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν τους ιερωμένους, αλλά το Καταστατικό προβλέπει τα στάδια που ακολουθούνται, σε περιπτώσεις όπως αυτή των δύο μοναχών της Μονής Οσίου Αββακούμ.

Ανάμεσα σε άλλα, στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, καταγράφονται και τα ακόλουθα:

Για την επιβολή εκκλησιαστικής ποινής, απαιτείται απόφαση δικαιοδοτικού οργάνου της Εκκλησίας. (Στην προκειμένη περίπτωση αρμόδιο είναι το Πενταμελές Συνοδικόν Δικαστήριον, και κατ’ επέκταση η Ιερά Σύνοδος).

-Το Πενταμελές Συνοδικό Δικαστήριο συγκροτείται υπό πέντε επαρχιούχων Αρχιερέων, εξαιρουμένου του Αρχιεπισκόπου.

Το Συνοδικό Δικαστήριο εκδικάζει, εις πρώτο βαθμό, μείζονος σημασίας εκκλησιαστικά αδικήματα πρεσβυτέρων και διακόνων, και επιβάλλει τας ποινές: α) της αργίας άνω των έξι μηνών, μετά, ή άνευ, στερήσεως αποδοχών, και 6) της καθαιρέσεως (όπως ισχύει στην υπό εξέταση υπόθεση).

-Η Ιερά Σύνοδος εκδικάζει, εις δεύτερον βαθμό, τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Πενταμελούς Συνοδικού Δικαστηρίου. Εις την περίπτωσιν ταύτην, της συνθέσεως εξαιρούνται όσοι μετείχαν εις την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Η Ιερά Σύνοδος, στην οποίαν μετέχουν ο Πρόεδρος αυτή και τουλάχιστον δώδεκα Αρχιερείς, εκδικάζει τα εκκλησιαστικά αδικήματα Αρχιερέων, επιβάλλουσα τις ποινές: α) της μομφής, 6) της αργίας, μετά, η άνευ, στερήσεως αποδοχών, γ) της εκπτώσεως, και δ) της καθαιρέσεως.

Στο άρθρο 82 προβλέπεται ότι σε περίπτωσιν επιβολής ποινής καθαιρέσεως, η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως έχει πάντοτε ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Στο άρθρο 2 του Καταστατικού αναφέρεται ότι η καταγγελία υποβάλλεται εις τα δικαιοδοτικά όργανα της ’Εκκλησίας της Κύπρου, τα οποία παραπέμπουν ταύτην (την καταγγελία) εις την Ανακριτική Επιτροπή.

Στο άρθρον 3 αναφέρεται, πως τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα εις την εκκλησιαστική δίκη είναι: α) οι μάρτυρες, 6) τα έγγραφα, γ) η ομολογία του κατηγορουμένου, δ) η πραγματογνωμοσύνη, ε) η αυτοψία.

Εξάλλου, επιτρέπεται και παν έτερον μέσον, το οποίον οδηγεί στην απόδειξη της ουσιαστικής αληθείας.

Στο άρθρο 4 αναφέρεται, πως στην εκκλησιαστική δίκη, οι δικασταί δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν αυστηρώς τους νομικούς κανόνας αποδείξεων, κατά την προδικασία και την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, αλλά δύνανται να αποφασίζουν κατά συνείδηση.

Αποδεικτικά μέσα, ληφθέντα παρανόμως, δεν λαμβάνονται υπόψη, δια την κατάφασιν της ενοχής και την επιβολή της ποινής. Κατ’ εξαίρεση, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα της κατηγορίας αυτής, εφ’ όσον δι’ αυτών αποδεικνύεται αδίκημα κωλυτικό της ιερωσύνης και εφ’ όσον προσαγωγή αυτών γίνεται από τον λήπτη του αποδεικτικού μέσου.

Στο άρθρο 12 προβλέπεται πως η Ανακριτική Επιτροπή συγκροτείται εκ πέντε κληρικών, εκ των οποίων οι τρείς, τουλάχιστον, είναι Αρχιερείς.

Η Ανακριτική ’Επιτροπή αποφασίζει, μετά από καταγγελία του οικείου Αρχιερέως περί τής διεξαγωγής, ή μη, ανακρίσεως προς διερεύνηση:

α) εάν υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ότι Αρχιερεύς τις έχει διαπράξει οιονδήποτε εκκλησιαστικό αδίκημα, και εάν υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ότι κληρικός, ή μοναχός, ή λαϊκός, έχει διαπράξει έκκλησιαστικό αδίκημα, εμπίπτον εις την δικαιοδοσία των πολυμελών δικαιοδοτικών οργάνων.

Εάν η Ανακριτική Επιτροπή κρίνει αναγκαίο να διεξαχθεί ανάκριση, ορίζει ως ανακριτή ένα εκ των μελών αυτής.

Ό ανακριτής δύναται να επισκεφθεί, ή να καλέσει γραπτώς, τον καθ’ ου η ανάκριση εις το γραφείο αυτού, προς λήψη της καταθέσεως αυτού.

Όταν ο ανακριτής έχει, κατά την κρίσιν του, συλλέξει το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό, συντάσσει το πόρισμα αυτού, το οποίον και υποβάλλει,  μαζί με τον φάκελο της ανακρίσεως, εις την Ανακριτική Επιτροπή.

Στο άρθρο 21 αναφέρεται πως το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο δύναται είτε να καταδικάσει, είτε να αθωώσει, τον κατηγορούμενο, δι’ ολόκληρον το κατηγορητήριο, είτε να τον καταδικάσει για μία ή για κάποιες εκ των κατηγοριών και να τον αθωώσει για άλλες.

Στο άρθρο 26 αναφέρεται, πως οποιοσδήποτε κατηγορούμενος, έχει τα ακόλουθα δικαιώματα:

-Να πληροφορηθεί τους λόγους,  για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου.

-Να προβάλει τούς ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικάζοντος Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου και να έχει επαρκή χρόνο, και διευκόλυνση, διά την προπαρασκευή της υπερασπίσεως αυτού. γ) Να εξετάζει, ή να προκαλεί την εξέταση μαρτύρων κατηγορίας, και να ζητεί την προσέλευση και εξέτασιν μαρτύρων υπερασπίσεως.

-Να έχει συνήγορο, επιλεγόμενον υπό του ιδίου, μεταξύ κληρικών, ή δικηγόρων με πενταετή πραγματική άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος εν Κύπρω, δυνάμει αδείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και υπό την προϋπόθεση ότι είναι μέλος της ’Εκκλησίας της Κύπρου

Στο άρθρο 33 αναφέρεται, πως μετά τις τελικές αγορεύσεις των διαδίκων, το Δικαστήριο μελετά το σύνολον του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και τας αναπτυχθείσας θέσεις των πλευρών και εκδίδει την απόφαση αυτού, πλήρως αιτιολογημένη, διά πλειονοψηφίας.

Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί περί της ενοχής τού κατηγορουμένου, τηρουμένης της διατάξεως του άρθρου 34, επιβάλλει την προβλεπομένη ποινή.

Ο καταδικασθείς, έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει έφεση ενώπιον της Ιεράς Συνόδου.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Αρχιεπισκοπής κ. Χριστάκης Ευσταθίου δήλωσε πως οι δύο υπό κατηγορία μοναχοί είχαν παραδεχθεί γραπτώς όλες τις κατηγορίες, αλλά στη συνέχεια άλλαξαν τη στάση τους και γι’ αυτό ζήτησαν να κληθούν ενώπιον της Ιεράς Συνόδου.

Άφησε επίσης να νοηθεί ότι η υπόθεση θα καταγγελθεί στην Αστυνομία για διερεύνηση πιθανών ποινικών αδικημάτων.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *