Στο ecosmoscy μίλησε ο καταξιωμένος δημοσιογράφος Παύλος Παύλου, σε μια συνέντευξη εφ όλης της ύλης και μίλησε για όλα. Για την δημοσιογραφία του τότε και του σήμερα καθώς και για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν.
Επιμέλεια: Μιχάλης Αντωνίου
Είστε ένας από τους πλέον καταξιωμένους στον χώρο δημοσιογράφος. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ακολουθήσετε τη δημοσιογραφία;
Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Είχα την τύχη να φοιτήσω στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, το ιστορικότερο εκπαιδευτήριο της Κύπρου, που ίδρυσε ο εθνομάρτυρας Κυπριανός, απέναντι από την αρχιεπισκοπή, στη Λευκωσία. Ήταν τα χρόνια αμέσως μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν επικρατούσε κλίμα ενθουσιασμού και έφεση για μόρφωση και πνευματική δημιουργία. Είχα καθηγητές φημισμένους και κορυφαίους εκπαιδευτικούς, όπως ο Κωσταντίνος Σπυριδάκις και ο Φρίξος Πετρίδης, που υπήρξαν και οι δύο πρώτοι υπουργοί Παιδείας, ο Παναγιώτης Περσιάνης και πολλοί άλλοι. Επέλεξα το Κλασσικό Τμήμα, ήμουν καλός μαθητής, συμμετείχα σε όλες τις δραστηριότητες του σχολείου και είχα συνεχή συμμετοχή στην έκδοση του ιστορικού περιοδικού τού Παγκυπρίου Γυμνασίου, τη «Μαθητική Εστία». Ώς αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας, κέρδισα το «Βραβείο Ιωάννου Κυριακίδη», το οποίο απονεμόταν στον μαθητή με την καλύτερη συνεργασία με το περιοδικό, και το «Βραβείο Επιδόσεως εις τα Νεοελληνικά Γράμματα». Αυτά αποτέλεσαν το έναυσμα, για να ακολουθήσω τη Δημοσιογραφία, παρόλο που πρώτη μου επιλογή ήταν η Νομική. Πολλά χρόνια από τότε, αισθάνομαι τυχερός και ευλογημένος που επέλεξα τη Δημοσιογραφία ώς επάγγελμα, διότι μου πρόσφερε μοναδικές εμπειρίες και συγκινήσεις, τη δυνατότητα να είμαι αυτόπτης μάρτυρας και να καταγράψω σημαντικά ιστορικά γεγονότα και να γνωρίσω από κοντά τους πρωταγωνιστές. Η Δημοσιογραφία, πέρα από επάγγελμα, είναι λειτούργημα που δραστηριοποιείται σε ένα συναρπαστικό περιβάλλον, έξω από προκαθορισμένα τυπικά ωράρια και την κουραστική ρουτίνα ενός άλλου συνηθισμένου επαγγέλματος. Αυτό ταιριάζει απόλυτα στον χαρακτήρα μου.
Παλιά καραβάνα στον χώρο, ζήσατε πολλά γεγονότα, πείτε μας ένα συμβάν που σας σημάδεψε.
Θα μπορούσα να απαριθμήσω πάρα πολλά. Ωστόσο αυτό που με σημάδεψε, είναι συνδεδεμένο με την ίδια την τραγική ιστορία της Κύπρου και συγκεκριμένα με το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974. Όπως ξέρετε, το ΡΙΚ ήταν στους κύριους στόχους των πραξικοπηματιών, στις 15 Ιουλίου 1974. Σε μερικά σημεία στο κτήριο του ΡΙΚ υπάρχουν ακόμη σημάδια από σφαίρες. Στην εισβολή που ακολούθησε και όσα οδυνηρά επέφερε στον τόπο, οι άνθρωποι του ΡΙΚ και κυρίως οι δημοσιογράφοι και οι κινηματογραφιστές ήμασταν στο πόδι ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, χωρίς ωράρια, για να καταγράψουμε τα πάντα. Παρόλο που ώς επαγγελματίες συχνά αποστασιοποιούμαστε από τα συμβαίνοντα, εκείνο το καυτό καλοκαίρι του 1974 τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Επιστρέφαμε στο ΡΙΚ συγκλονισμένοι από τους καταυλισμούς προσφύγων, την κάλυψη της άφιξης των αιχμάλωτων στο Λήδρα Πάλας και στην Ξενοδοχειακή Σχολή, το δράμα των συγγενών όσων περίμεναν τους δικούς τους και δεν ήρθαν ποτέ. Ήταν για όλους μας μια εμπειρία που μας σημάδεψε και δεν ξεχνούμε ποτέ. Έχω καταγράψει σε άρθρο μου που δημοσιεύθηκε στον Φιλελεύθερο και τον Πολίτη όλες εκείνες τις εμπειρίες. Επίσης, το περασμένο καλοκαίρι, με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από το πραξικόπημα και την εισβολή, σε σειρά πέντε ραδιοφωνικών εκπομπών με τίτλο «ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ», παρουσιάσαμε από το ΡΙΚ μαζί με την Κατερίνα Μηλιώτη αυθεντικές μαρτυρίες συναδέλφων για το πώς έζησαν εκείνα τα τραγικά γεγονότα. Είναι και αυτές διαθέσιμες στην ιστοσελίδα του ΡΙΚ για κάθε ενδιαφερόμενο.
Ποιες δυσκολίες ή ευκολίες είχε τότε η Δημοσιογραφία;
Η φύση, η αποστολή και ο χαρακτήρας της Δημοσιογραφίας, όπως και οι βασικές αρχές της, σε μεγάλο βαθμό, παραμένουν διαχρονικά αναλλοίωτα. Ωστόσο, κάθε εποχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, τα τεχνικά μέσα, την κατάρτιση των στελεχών και τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Προσωπικά άρχισα την επαγγελματική μου δραστηριότητα στη δεκαετία του 1970 ώς υπάλληλος του ΡΙΚ, στην τηλεόραση, που ακόμη βρισκόταν στα πρώτα στάδια εξέλιξής της. Ήταν μαυρόασπρη, πολύς κόσμος δεν είχε στο σπίτι τηλεοπτική συσκευή (ήταν είδος πολυτελείας), η μετάδοση προγράμματος γινόταν μερικές ώρες και όχι χωρίς διακοπή, όπως σήμερα. Τα τεχνικά μέσα ήσαν φτωχά, δεν είχαμε βίντεο, δουλεύαμε με φιλμ, γεγονός που μας δυσκόλευε πάρα πολύ. Από την άλλη, το γεγονός ότι το ΡΙΚ ήταν το μόνο κανάλι, λειτουργούσε δηλαδή μονοπωλιακά, δεν υπήρχε ο ανταγωνισμός ώς προς την πρωτιά στην κάλυψη των ειδήσεων. Αλλά και το κοινό, οι πολίτες, δεν είχαν τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που έχουν σήμερα, οργανωμένη πολιτική ζωή δεν υπήρχε και λίγο-πολύ τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την κυβέρνηση. Παρά ταύτα, εκείνη την εποχή, με τα περιορισμένα μέσα που είχαμε στη διάθεσή μας, έγιναν εξαιρετικές παραγωγές (ντοκυμαντέρ, θεατρικά έργα κ. λπ.), το δε ΡΙΚ απεκλήθη «μικρό BBC». Είναι σημαντικό να αναφέρω επίσης ότι χρόνο με τον χρόνο ζούσαμε τις συνεχείς αλλαγές στο δημοσιογραφικό περιβάλλον, τόσο διεθνώς όσο και σε τοπικό επίπεδο, που αναβάθμιζαν τον ρόλο και την αποστολή μας. Συνοπτικά, θεωρώ ότι οι δυσκολίες και οι ευκολίες τού τότε και τού τώρα έχουν ένα μεικτό πρόσημο, με θετικά και αρνητικά αντιστοίχως.
Πάμε στο σήμερα. Θεωρείτε ότι υπάρχει αντικειμενική δημοσιογραφία;
Καίριο το ερώτημα, ισχύει διαχρονικά και, φοβάμαι, δύσκολα μπορεί κανείς να διατυπώσει μία σαφή απάντηση. Από την εμφάνιση των πρώτων εφημερίδων και στη συνέχεια των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών καναλιών, αυτό το ερώτημα αιωρείτο πάντα, σε συνάρτηση με το άλλο, εξίσου καίριο ερώτημα, ποιός ελέγχει τα ΜΜΕ. Και αν στο παρελθόν τα ΜΜΕ λειτουργούσαν με κάποιους κανόνες αυτοελέγχου και δημοσιογραφικής δεοντολογίας, με την έκρηξη της τεχνολογίας και τη δυνατότητα που ο κάθε πολίτης ουσιαστικά έχει να μετατραπεί σε δημοσιογράφο και/ή καναλάρχη, τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο. Από τη στιγμή που οι λειτουργοί της Δημοσιογραφίας είναι άνθρωποι, με κομματικές και ιδεολογικές απόψεις, με μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα ώς προς τις γνώσεις και τις ικανότητες και την ηθική ακεραιότητά τους, με αδυναμίες και συχνά έφεση σε ποικίλους επηρεασμούς, αυτό που λέμε ή που ο καθένας εννοεί «αντικειμενική δημοσιογραφία», είναι αδύνατο να προσδιοριστεί. Ένα διαχρονικό κριτήριο για να αξιολογηθεί αν η δημοσιογραφία ενός τόπου είναι αντικειμενική, για μένα είναι αν εξυπηρετεί την αλήθεια, τον πολίτη και το δημόσιο συμφέρον. Από μια άποψη, η μεγάλη ευκολία άμεσης πρόσβασης του πολίτη στην είδηση-πληροφορία, σε συνδυασμό με την πληθώρα διαθέσιμων ΜΜΕ, είναι μια δικλείδα ασφαλείας ότι τίποτε πια δεν μένει στο σκοτάδι. Από την άλλη, βέβαια, ο πολίτης βομβαρδίζεται διαρκώς με πληθώρα πληροφοριών, χωρίς εγκυρότητα και τεκμηρίωση, δεν έχει χρόνο να διαβάσει το περιεχόμενο μιας είδησης και περιορίζεται μόνο σε τίτλους, συχνά άσχετους με το περιεχόμενο και παραπλανητικούς, με αποτέλεσμα να διαμορφώνει μία πλασματική εικόνα για τα συμβαίνοντα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζει την αλήθεια. Εξισορροπητικό ρόλο στη νέα εποχή μπορούν να διαδραματίζει η Δημόσια Ραδιοτηλεόραση (δηλαδή το ΡΙΚ), νοουμένου ότι δεν ελέγχεται ή ποδηγετείται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Οι σύγχρονες δημοκρατίες εφαρμόζουν επίσης διαδικασίες άμεσης επαλήθευσης ειδήσεων-πληροφοριών, που σε συνδυασμό με την εκπαίδευση και ωρίμανση των πολιτών (βοηθούσης και της Παιδείας), συμβάλλουν στην αντικειμενική δημοσιογραφία. Ζούμε σε μία ρευστή εποχή, με απρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις, και σ΄ αυτό το νέο περιβάλλον η Δημοσιογραφία ψάχνει να βρει ξανά τον εαυτό της.
Η χώρα μας όσον αφορά στην ελευθεροτυπία του λόγου είναι σε πολύ χαμηλή θέση. Τι πιστεύετε για αυτό;
Δεν θα συμφωνήσω σε αυτό. Με βάση και όσα αναφέρθηκαν ήδη, ο Κύπριος έχει ελεύθερη πρόσβαση σε πληθώρα ΜΜΕ, η τεχνολογία τού παρέχει τη δυνατότητα να ανατρέχει ανά πάσα στιγμή, χωρίς εμπόδια, στο διαδίκτυο, και να μαθαίνει τα πάντα. Αν δε κρίνουμε τι ισχύει σε χώρες όπως η Ρωσία, η Τουρκία, η Κίνα, το Ιράν, η Λευκορωσία, χώρες της Αφρικής και της Ασίας και πολλές άλλες, η Κύπρος, και ώς χώρα-μέλος της Ε.Ε., διασφαλίζει συνθήκες ελευθεροτυπίας. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου παραδοσιακά τα ΜΜΕ έχουν τεράστια δύναμη και στέκονται κριτικά απέναντι σε κάθε εξουσία, με τον σημερινό Σερίφη-Πρόεδρο και τις περίεργες όσο και φασίζουσες αντιλήψεις του, η κατάσταση είναι πολύ προβληματική. Αν κάτι είναι και στον τόπο μας αναγκαίο, είναι η εμπέδωση κριτικής σκέψης στον πολίτη και η εφαρμογή νόμων και κανονισμών που θα τον προστατεύουν από τα λεγόμενα fake news χωρίς, όμως, να πλήττεται η Ελευθεροτυπία και το έργο των δημοσιογράφων.
Τι θεωρείτε ότι πρέπει να αλλάξει στον χώρο; Υπάρχουν ακόμα για σας δημοσιογράφοι που ξεχωρίζουν και αν ναι, να τολμήσω να ρωτήσω αν ξεχωρίζετε κάποιον; Φιλίες στον χώρο μπορούν να υπάρξουν;
Χρειάζονται πολλά να γίνουν, με στόχο την ενίσχυση τού επαγγελματία δημοσιογράφου και της ανεξαρτησίας του. Στέκομαι σε μια αδρή αναφορά στα κύρια προβλήματα που παρουσιάζονται και τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν, για να επέλθουν οι αναγκαίες αλλαγές στον χώρο. Σήμερα, όλα τα ΜΜΕ αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, για πολλά τίθεται θέμα επιβίωσης, και τούτο οδηγεί αναπόφευκτα σε μείωση στη στελέχωση, υποβάθμιση της ποιότητας, αδυναμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Έτσι, ο Κύπριος δημοσιογράφος βρίσκεται σε αδύναμη θέση και είναι ευάλωτος σε επηρεασμό και χειραγώγηση. Κύριοι μοχλοί στη διαδικασία αυτή είναι οι ιδιοκτήτες των μέσων, οι οποίοι εύκολα «πουλούν» εξυπηρέτηση έναντι ανταλλαγμάτων, αλλά και άτομα ή οργανισμοί με δυνατότητα επιβολής της θέλησής τους μέσω απειλών.
Πολλοί δημοσιογράφοι εισέρχονται στο επάγγελμα χωρίς επαρκή προσόντα, με εμφανείς ελλείψεις στην επαγγελματική τους επάρκεια, με αποτέλεσμα να έχουν μειωμένη δύναμη αντίστασης στις προσπάθειες των εργοδοτών τους ή και άλλων ισχυρών πόλων, με συνέπεια να μην είναι ελεύθεροι στην ενάσκηση των καθηκόντων και της αποστολής τους. Η απουσία συλλογικών συμβάσεων και θεσμοθετημένων όρων εργοδότησης, σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, επιτείνει το πρόβλημα. Η όλη εικόνα είναι πολύ κακή και ακόμη πιο ζοφερή η πιθανότητα γρήγορης βελτίωσης της κατάστασης. Μάλλον πιο δύσκολα θα γίνονται τα πράγματα, παρά θα βελτιώνονται, μέχρι τα ΜΜΕ να βρουν πιο στέρεο βηματισμό στη νέα εποχή.
Παρά τα προαναφερθέντα, ναι, υπάρχουν νέα στελέχη που ξεχωρίζουν και αποτελούν ελπίδα για το μέλλον. Δεν θεωρώ δόκιμο να αναφερθώ σε ονόματα, διότι πιθανόν να αδικήσω κάποιους. Όσον αφορά στις φιλίες, μα βέβαια, παρά τον ανταγωνισμό και συχνά τις αντιζηλίες και συγκρούσεις, έχουν σφυρηλατηθεί δυνατές φιλίες μεταξύ συναδέλφων, που αντέχουν στον χρόνο.





























