32+ (6)
previous arrow
next arrow


Screenshot2026-05-22144452

Untitled design (96)

Untitled design (2)

Η σύντροφος του Νίκου Σύκα προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία την περασμένη Κυριακή, ισχυριζόμενη πως δέχθηκε βία από τον βουλευτή. Η παραπονούμενη θέλησε να εμπιστευτεί τις Αρχές του κράτους, όπου εξιστόρησε τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα, προσκομίζοντας και τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε με την επιστροφή της στην Κύπρο. Παρά την διακριτικότητα που θα πρέπει να τυγχάνουν τέτοιες υποθέσεις, κυρίως για προστασία των θυμάτων που βρίσκονται σε ευάλωτη θέση και πολλές φορές φοβούνται να προβούν σε καταγγελία, η Αστυνομία φρόντισε μέσα σε χρόνο ρεκόρ να διαρρεύσει την είδηση αλλά και τις λεπτομέρειες. Από την μια, θα μπορούσε να πει κάποιος πως η δημοσιότητα και η κατακραυγή «πίεσε» στην λήψη αποφάσεων, από την άλλα ενδέχεται να «πίεσε» και το θύμα, το οποίο τέσσερις μέρες μετά, απέσυρε την καταγγελία της, αφού ήδη εκτέθηκε με την διαρροή και της ταυτότητα και των φωτογραφιών της.  

Της Ντίνας Κλεάνθους – reporter.com.cy

Βέβαια, το σημαντικό της εξέλιξης που πρέπει να επισημανθεί, είναι πως δεν γίνεται λόγος για ψευδή καταγγελία, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση η Αστυνομία θα έπρεπε να κινήσει διαδικασίες εναντίον της παραπονούμενης για δημόσια βλάβη. Αυτό που λέγεται μέσω της επιστολής που αποστάλθηκε είναι ότι πως το θύμα δεν έχει παράπονο. Δηλαδή, δέχθηκε βία – κατά τους ισχυρισμούς – αλλά δεν έχει παράπονο στο ότι χτυπήθηκε, όχι ότι ήταν ψευδής η καταγγελία της. 

Μπορεί τα κίνητρα της διαρροής της καταγγελίας να ήταν και πολιτικά, εντούτοις η Αστυνομία όφειλε να προστατεύσει το θύμα και την εμπιστευτικότητα, πράγμα που δεν έπραξε, αν ληφθεί υπόψη πως βουλευτής του ΔΗΣΥ δήλωνε δημόσια ότι «έχουμε ενημερωθεί από την Αστυνομία για όλα». Η Αστυνομία, σε καμία περίπτωση, δεν έπρεπε να ενημερώνει «για όλα», οποιοδήποτε πρόσωπο, ωστόσο η επιλεκτικότητα των διαρροών, αναμφίβολα δημιουργεί σκιές σε σχέση με τα κίνητρα. Και αυτό διότι, υπάρχουν σε εξέλιξη εξίσου σημαντικές έρευνες δημόσιου συμφέροντος, ωστόσο η Αστυνομία αρνείται ακόμη και την τυπική ενημέρωση. Ενδεικτικές είναι η υπόθεση για τους αερόσακους ΤΑΚΑΤΑ, που αφορά ανθρωποκτονίες και σε αυτήν εμπλέκονται κρατικοί αξιωματούχοι, η υπόθεση Σιζόπουλου με βάση το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και πολλές άλλες, για τις οποίες η κοινή γνώμη παραμένει στο σκοτάδι. 

Αυτή η άνιση αντιμετώπιση υποθέσεων δημιουργεί αναπόφευκτα σκιές. Όταν η Αστυνομία επιλέγει πότε θα «ανοίξει» μια υπόθεση προς τα έξω και πότε θα την κρατήσει ερμητικά κλειστή, τότε γεννώνται υποψίες για σκοπιμότητες, πολιτικές ή άλλες. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό, είναι βαθιά θεσμικό. Και αυτό διότι η ίδια η Αστυνομία δείχνει πως δεν περιορίζεται στον ρόλο της διερεύνησης, αλλά μετατρέπεται σε παράγοντα διαμόρφωσης του δημόσιου λόγου και του κοινωνικού κλίματος.

Ως εκ τούτου, η ταχύτητα της διαρροής της καταγγελίας εναντίον του Νίκου Σύκα, δημιουργεί σκιές και φέρει προ των ευθυνών της την ίδια την Αστυνομία, η οποία κρινόμενη από τις εξελίξεις, φαίνεται όχι μόνο να μην προστάτευσε το θύμα, αλλά να το εξέθεσε, στέλνοντας την ίδια ώρα εντελώς λανθασμένα μηνύματα στα επόμενα θύματα που καλούνται να ξεπεράσουν τους φόβους τους και να προβούν σε καταγγελία στις Αρχές. 

Από εκεί και πέρα στην εξίσωση προστίθεται και η Νομική Υπηρεσία, τα αντανακλαστικά της οποίας δεν ήταν τα αναμενόμενα. Και αυτό διότι, το ΤΑΕ Λεμεσού, με βάση τις ενδείξεις που είχε ενώπιον του, δηλαδή έκρινε πως υπήρχε μαρτυρία, δικαιολογείτο η άρση της ασυλίας του βουλευτή και αυτό θα ζητούσε την Δευτέρα από την Νομική Υπηρεσία, σύμφωνα με τα όσα διαμήνυε, ωστόσο ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, ως αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας, έδωσε οδηγίες για περαιτέρω έρευνες πριν την προσφυγή στο Ανώτατο. Όπως έγινε γνωστό μέσα από διαρροές, ο Σάββας Αγγελίδης, ζήτησε να συλλεχθεί περαιτέρω μαρτυρία, προκειμένου το αίτημα άρσης της ασυλίας να είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένο, ενώ υπήρξαν αναφορές για συνδρομή των ελληνικών Αρχών, δεδομένου πως τα κατ΄ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν στην Αθήνα, στην οποία μάλιστα – σύμφωνα πάντα με τα όσα διέρρευσαν – ενδεχομένως να μετέβαιναν ανακριτές για λήψη καταθέσεων. Κάτι για το οποίο θα χρειαζόταν χρόνος, τουλάχιστον κάποιες ημέρες, ενώ υπήρχαν αναφορές πως θα ληφθούν καταθέσεις από συγγενικά πρόσωπα και από τον ιατρό που την εξέτασε. Επίσης, σε ό,τι αφορά το αίτημα για το πότε θα καταχωρείτο αίτηση στο Ανώτατο για άρση ασυλίας του βουλευτή, ο χρόνος τοποθετείτο περί τα τέλος της εβδομάδας ή ακόμα και αρχές της επόμενης, με την Νομική Υπηρεσία να δείχνει πως η υπόθεση δεν επείγει, ώστε να καταχωρούσε την επόμενη ημέρα της καταγγελίας σχετικό αίτημα. 

Σημειώνεται πως σε αντίστοιχες καταγγελίες, η Αστυνομία εκδίδει άμεσα εντάλματα σύλληψης, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτυρίας, ενώ άγνωστο εάν οι ανακριτές του ΤΑΕ Λεμεσού ζήτησαν από τον βουλευτή να δώσει ανακριτική κατάθεση, αποποιούμενος έστω προφορικά σε αυτό το στάδιο την άρση της ασυλίας του για σκοπούς διευκόλυνσης της διαδικασίας και ως μια ευκαιρία για τον ίδιο να πει την δική του θέση.  

Ο χρόνος που μεσολάβησε, φαίνεται να έβαλαν σε δεύτερες σκέψεις την παραπονούμενη, η οποία ανέφερε πως δεν έχει παράπονο, ενώ μετά την γνωστοποίηση της αλλαγής στάσης του θύματος, για την οποία ενημέρωσε το ΤΑΕ Λεμεσού από το προηγούμενο βράδυ, η Νομική Υπηρεσία αποφάσισε – εν τέλει – να καταχωρήσει αίτηση την Τετάρτη για άρση της ασυλίας του βουλευτή, η οποία ορίστηκε στις 12 Ιανουαρίου 2026. Το πιο θα είναι το αποτέλεσμα, δεδομένης της απόσυρσης του παραπόνου, θα αποφασίσει το Ανώτατο, στο οποίο πλέον έριξε το μπαλάκι η Νομική Υπηρεσία, η οποία έδωσε οδηγίες για συνέχιση της ποινικής έρευνας. 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.