Η οικογένεια του νευροχειρουργού Νεόφυτου Νεοφύτου, υποστηρίζει ότι μια καταγγελία που είχε υποβάλει το 2016 για πιθανές υπερκοστολογήσεις στον τομέα νευροχειρουργικών επεμβάσεων στο δημόσιο σύστημα υγείας δεν διερευνήθηκε ποτέ, ενώ τα επόμενα χρόνια ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος με σειρά ποινικών διαδικασιών που κατέληξαν σε καταδικαστική απόφαση.
Υπενθυμίζεται ότι το Nicosia District Court επέβαλε στον νευροχειρουργό ποινή φυλάκισης 32 μηνών για αδικήματα που σχετίζονται με κατάχρηση εξουσίας και απόσπαση χρημάτων. Η απόφαση αυτή έχει εφεσιβληθεί και η υπόθεση εκκρεμεί σήμερα ενώπιον του Supreme Court of Cyprus.
Σύμφωνα με την πλευρά του γιατρού, στις 20 Μαΐου 2016 ο ίδιος υπέβαλε επίσημη καταγγελία προς τον τότε Υπουργό Υγέιας, τον Γενικκό ελεγκτη, τον Γενικό Εισαγγελέα της ΚΔ και το ΤΑΕ Αρχηγείου Αστυνομίας.
Κατά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο σχετικό υπόμνημα, η καταγγελία αφορούσε τον τρόπο παραπομπής νευροχειρουργικών περιστατικών στον ιδιωτικό τομέα ή σε κέντρα του εξωτερικού, καθώς και πιθανές υπερκοστολογήσεις σε ιατρικά εμφυτεύματα και επεμβάσεις.
Η ίδια πλευρά αναφέρει ότι στην καταγγελία παρουσιάζονταν συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία και τιμολόγια για περίπου 120 περιστατικά νευροχειρουργικών επεμβάσεων την περίοδο 2012–2016.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς αυτούς, το κόστος εμφύτευσης νευροδιεγερτή σε ιδιωτική κλινική ανερχόταν περίπου στις 44.000 ευρώ ανά περιστατικό, ενώ στο δημόσιο σύστημα το αντίστοιχο κόστος υπολογιζόταν περίπου στις 13.000 ευρώ.
Με βάση τα στοιχεία που, σύμφωνα με την υπεράσπιση, περιλαμβάνονταν στην καταγγελία, η διαφορά κόστους θα μπορούσε να ανέρχεται σε περίπου 3,6 εκατομμύρια ευρώ για τη συγκεκριμένη κατηγορία επεμβάσεων, ενώ συνολικά οι πιθανές υπερκοστολογήσεις που καταγγέλλονταν υπολογίζονταν περίπου στα 6 εκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του γιατρού, κατά την ίδια περίοδο ο ίδιος συμμετείχε σε επιτροπή που εξέταζε την παραπομπή ασθενών στο εξωτερικό και προχώρησε σε επεμβάσεις στο Nicosia General Hospital αντί να αποσταλούν ασθενείς σε ξένα κέντρα.
Όπως υποστηρίζεται, αυτό οδήγησε σε εξοικονόμηση περίπου 1,8 εκατομμυρίων ευρώ για το δημόσιο σύστημα υγείας μέσα σε ένα έτος.
Η οικογένεια του γιατρού αναφέρει ότι η αρχική καταγγελία του 2016 δεν αποτέλεσε αντικείμενο ανεξάρτητης έρευνας από τις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το σχετικό υλικό εμφανίστηκε αργότερα ως τεκμήριο σε ποινική διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η καταγγελία αναφέρθηκε και εξετάστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αντεξέτασης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπόθεσης.
Παράλληλα, σύμφωνα με την υπεράσπιση, κινήθηκαν και άλλες ποινικές διαδικασίες εναντίον του γιατρού τα επόμενα χρόνια. Σε μία από αυτές, όπως αναφέρεται, η ζημιά που αποδόθηκε από τον ΟΑΥ αφορούσε ποσό περίπου 980 ευρώ λόγω λανθασμένων καταχωρήσεων στο σύστημα του ΓεΣΥ, ενώ η ίδια πλευρά υποστηρίζει ότι από τις σχετικές ιατρικές πράξεις προέκυψε εξοικονόμηση περίπου 13.000 ευρώ για τον οργανισμό.
Η οικογένεια του γιατρού δηλώνει επίσης ότι η υπόθεση είχε σοβαρές επιπτώσεις στην επαγγελματική και προσωπική τους ζωή. Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, η σύζυγός του παρέμεινε άνεργη για περίπου δύο χρόνια λόγω της υπόθεσης, ενώ η ανήλικη κόρη τους αντιμετώπισε περιστατικά εκφοβισμού στο σχολικό περιβάλλον.
Σύμφωνα με το υπόμνημα που έχει κατατεθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας έφεσης, η πλευρά του γιατρού ζητά να διερευνηθεί εκ νέου η αρχική καταγγελία του 2016 με βάση τα οικονομικά στοιχεία και τα τιμολόγια που είχαν υποβληθεί τότε στις αρμόδιες αρχές.





























